πηγαίος

πηγαίος
αία, ο[ν]
1) ключевой, родниковый; 2) перен. искренний, неподдельный;

πηγαίος ενθουσιασμός — подлинный энтузиазм


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "πηγαίος" в других словарях:

  • πηγαῖος — from a spring masc nom sg πηγαῖος from a spring masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηγαίος — α, ο / πηγαῑος, αία, ον, ΝΜΑ (για νερό) αυτός που ρέει ή αντλείται από πηγή (α. «πηγαῑα ὕδατα», Ιπποκρ. β. «πηγαῑον ἄχθος» αγγείο γεμάτο νερό από πηγή, Ευρ. γ. «πηγαῑον ῥέος», Αισχύλ.) νεοελλ. αυτός που μοιάζει σαν να προέρχεται απευθείας από… …   Dictionary of Greek

  • πηγαίος — α, ο 1. αυτός που έρχεται από πηγή. 2. μτφ., αυτός που προέρχεται απευθείας από κάπου, ο αυθόρμητος, που μόνος του εμφανίζεται: Πηγαία πνευματική δυνατότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πηγαῖον — πηγαῖος from a spring masc acc sg πηγαῖος from a spring neut nom/voc/acc sg πηγαῖος from a spring masc/fem acc sg πηγαῖος from a spring neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηγαῖα — πηγαῖος from a spring neut nom/voc/acc pl πηγαῖος from a spring neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηγαῖοι — πηγαῖος from a spring masc nom/voc pl πηγαῖος from a spring masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηγαῖαι — πηγαῖος from a spring fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηγαίως — πηγαί̱ως , πηγαῖος from a spring adverbial πηγαί̱ως , πηγαῖος from a spring masc acc pl (doric) πηγαί̱ως , πηγαῖος from a spring adverbial πηγαί̱ως , πηγαῖος from a spring masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηγαίων — πηγαί̱ων , πηγαῖος from a spring fem gen pl πηγαί̱ων , πηγαῖος from a spring masc/neut gen pl πηγαί̱ων , πηγαῖος from a spring masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηγαία — πηγαί̱ᾱ , πηγαῖος from a spring fem nom/voc/acc dual πηγαί̱ᾱ , πηγαῖος from a spring fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηγαίας — πηγαί̱ᾱς , πηγαῖος from a spring fem acc pl πηγαί̱ᾱς , πηγαῖος from a spring fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»